Στο θέρετρο (με θήτα κι όχι με ...φήτα) ...μπαίνανε κι οι δύο. Και ο Γιωργομάκος και η Δωροθέα η Ζαβή. Και άλλοι πολλοί, χωριανοί και θερινοί παραθεριστές που νοίκιαζαν επιπλωμένες γκαρσονιέρες με τη σεζόν. Εννοείται πως και ο Γιωργομάκος και η Δωροθέα η Ζαβή είχαν νοικάρηδες στις δικές τους γκαρσονιέρες, αλλά εκείνο το καλοκαίρι εμάς μας ενδιέφεραν οι νοικάρηδες του Πέτρου της Κουφής. Δηλαδή, δεν μας ενδιέφερε καθόλου ο Λάμπρος ο μανάβης, που είχε "μπουτίκ φρούτων" (έτσι την έλεγε!) στα Γιάννενα και νοίκιαζε το σπίτι για την οικογένεια και για νά ΄ρχεται κι αυτός καμιά Κυριακή να ρίχνει μια βουτιά.
Ο Λάμπρος δεν μας ένοιαζε, αλλά η οικογένειά του μας ένοιαζε. Και η γυναίκα του, η Πίτσα (που ήταν Πίτσα ...σπέσιαλ) και οι τρεις του κόρες, η μεγάλη η Πέπη (από το Παρθένα σιγά μην ήταν) και οι δίδυμες, η Μαρία και Τίτσα (από το Παναγιώτα - τρέχα γύρευε υποκοριστικό).
Η Πίτσα ενδιέφερε κυρίως τον Δεμπασκαλά. Ο Φώτης, εννοείται, ήθελε να αρραβωνιαστεί τις τρεις κόρες της. Ο Πατούσας γλυκοκοίταζε την Τίτσα, αλλά δεν ήταν σίγουρος αν του άρεσε η Τίτσα ή η Μαρία, επειδή "μοιάζουν σαν δυο σταγόνες τσίπουρο", όπως έλεγε ο Πέτρος της Κουφής, που έβαζε αλκοόλ σε όλες τις εκφράσεις.
Τέλος πάντων, ο Δεμπασκαλάς ήθελε την Πίτσα. Ο Πατούσας την Τίτσα. Ο Φώτης την Πέπη και τις "ντούμπλεξ" (έτσι έλεγες τις δίδυμες). Ο μαντράχαλος ο Κεβόρκ ο Μορφονιός ο Αρμένης (που είχε ήδη βαφτιστεί Πέτρος από τον νονό του τον Πέτρο της Κουφής), ως μεγαλύτερος, γούσταρε την Πέπη. Κι εγώ ...ό,τι περίσσευε.
Τελικά περίσσεψε η Μαρία κι όταν πήγα να της τα ζητήσω, έφαγα χυλόπιτα από την Τίτσα, η οποία μου διευκρίνισε πως "εγώ τα έχω με τον Πατούσα" και αναρωτήθηκε "αφού δεν ξέρεις ούτε ποια σου αρέσει, τότε πώς σου αρέσει;".
Έλα ντε...
Τι να της έλεγα, δηλαδή; Ότι ...περίσσεψε η Μαρία κι ότι τα ζήτησα από την Τίτσα επειδή τις μπέρδεψα;
Εννοείται πως την πιο μεγάλη περιπέτεια την έζησε ο Δεμπασκαλάς, ο μετρ του απαγορευμένου. Μόλις είδε μια φορά την Πίτσα Σπέσιαλ να περνάει με τις τρεις κόρες μπροστά από τον καφενέ τουΜπάφα φορώντας (μόνο η μάναμόνο το μαγιό της, γκρεμίστηκε ο κόσμος γύρω του. Η αλήθεια είναι πως αυτό πιθανότατα το ευχήθηκε (καταράστηκε, είναι η σωστή λέξη) η Δωροθέα η Ζαβή, μόλις έμαθε από το "συνοικιακό δίκτυο" (οι κουτσομπόλες της γειτονιάς) πως "παντρεμένη γυναίκα σουλατσάρει στο χωριό με το βρακί".
"Σόδομα και Γόμορρα, που ΄στραπή να τη χτυπήσει", είπε και η "΄στραπή" ξαστόχησε και χτύπησε τον Δεμπασκαλά. Ο οποίος το έβαλε σκοπό ζωής να της ...στεγνώσει το μαγιό, μην πάθαινε μητρικά η γυναίκα και δεν ξανάφτιαχνε δίδυμα.
Της το στέγνωσε, αλλά δυο καλοκαίρια αργότερα...
Ο Φώτης έκανε το απλό. Τις πήρε με τη σειρά. Πρώτα υποσχέθηκε αρραβώνα στην Πέπη κι όταν αυτή τό ΄παιξε Λίτσα Διαμάντη "δεν παντρεύομαι", πήγε στην επόμενη με ιεραρχική σειρά. Αφού διευκρίνισε ότι μεγαλύτερη από τις δίδυμες ήταν η Τίτσα, τα ζήτησε από την Τίτσα κι ας ήξερε πως αυτή τη γούσταρε ο Πατούσας. Η Τίτσα, όμως, την παρέπεμψε στη Μαρία, επειδή γούσταρε τον Πατούσα. Κι ο Φώτης τά ΄φτιαξε με τη Μαρία, ίσως επειδή εγώ την πάτησα και τα ζήτησα από την Τίτσα. Μύλος...
Όσο για την Πέπη; Την κατάφερε ένα χρόνο μετά ο Πέτρος ο Μορφονιός, ο οποίος μας πληροφόρησε πως έχει το όνομα (Παρθένααλλά όχι και τη χάρη και πως τη χάρη της την είχε πάρει από το πρώτο καλοκαίρι ο νονός του και σπιτονοικοκύρης της, ο Πέτρος της Κουφής!
Κατά τ΄ άλλα, ο Λάμπρος ο μανάβης ήταν σίγουρος πως είχε στείλει την οικογένεια "για μπάνια".Έστω κι αν πλήρωνε ακριβά το λογαριασμό του νερού, αφού γυναίκα και κόρες πιο πολλά μπάνια έκαναν στην μπανιέρα για να ξεπλύνουν τις ...ντροπές τους, παρά στην παραλία.
Ο Μαστρομανέλος, πάντως, μια φορά που είχε πάει για ανταλλακτικά στα Γιάννενα και γύρισε στο σπίτι του πέντε η ώρα το άλλο πρωί, διέρρευσε στην ομήγυρη του καφενέ πως κι ο Λάμπρος δεν ήταν λαμπρό δείγμα οικογενειάρχη. "Έμαθα πως συχνάζει σ΄ ένα μπαρ με Βουλγάρες και τά ΄χει μπλέξει με μια από δαύτες", ανακοίνωσε ο Μαστρομανέλος κι όταν ο Πέτρος της Κουφής τον ρώτησε "πού τό ΄μαθες;", αφήνοντας υπονοούμενο για την καθυστερημένη επιστροφή του το προηγούμενο βράδυ (πρωί), εκείνος δεν απάντησε επί της ουσίας: "Μού τό ΄πε ένα πουλάκι".
Μάλλον το δικό του...
Μέχρι να καταλάβω πώς όλοι τους βρήκαν την άκρη με την οικογένεια του Λάμπρου κι έμεινα στην άλλη άκρη μοναχός, εγώ, ο Μίλτος, νά ΄μαι καλά...